Η τέχνη αυτή, όμως, εκτεινόταν επίσης και στον πνευματικό κόσμο. Η ξεπέραση του φόβου του κινδύνου, η αυτοσυγκέντρωση, η πειθαρχία, η ελευθερία, ήταν μόνο μερικές από τις αρχές που πρέσβευε η νέα αυτή τέχνη. Συνεπώς, στόχος της δεν ήταν μόνο η υπερπήδηση των φυσικών εμποδίων, αλλά και των πνευματικών.
Τα πρώτα 14 χρόνια της ζωής του έζησε στο Fécamp και στις Sables d'Olonne, και στην ηλικία των 15 ετών, ο David Belle μετακόμισε στη Lisses, ένα προάστιο του Paris, κοντά στο Evry. Εκεί γνώρισε και άλλα άτομα που θέλησαν να τον ακολουθήσουν στο κίνημά του, όπως τους Frederic Hnautra, Yann Hnautra, David Malgogne, Stéphane Vigroux, Johann Vigroux, Sébastien Foucan, ανάμεσα σε άλλους.
Όταν ενηλικιώθκε, ο περιπετειώδης David Belle, που έψαχνε παντού για νέες προκλήσεις, έγινε πυροσβέστης και, ύστερα από έναν τραυματισμό του, αποφάσισε να γίνει πεζοναύτης. Ως πεζοναύτης στη Vannes, προήχθη γρήγορα, έγινε πρωταθλητής και κάτοχος ρεκόρ στο "σκαρφάλωμα σχοινιού", κέρδισε το Δίπλωμα Τιμής για τις γυμναστικές του ικανότητες, και ήταν πρώτος στο πρωτάθλημα Στρατιωτικού Στίβου μετ'εμποδίων στο Essonne.
Ωστόσο, το περιορισμένο περιβάλλον του Στρατού δεν του άρεσε, και οι διάφορες δουλειές που έκανε αφού εγκατέλειψε τους πεζοναύτες: ραφάς, σεκιουριτάς, πωλητής επίπλων, προφανώς δεν το γέμιζαν. Έτσι, αποφάσισε να πάει στην Ινδία, όπου απέκτησε μαύρη ζώνη στο Kung-Fu (ή. ορθότερα, Gong Fu).
Παρ'όλα αυτά, τίποτε δεν το συγκίνησε περισσότερο από την αρχική του ιδέα περί ελεύθερης κίνησης και υπερπηδησης εμποδίων. Έτσι, επέστρεψε πάλι στην τέχνη του, η οποία αργότερα ονομάστηκε Parkour, από το Hubert Koundé, φίλο του David Belle.
Το όνομα προέρχεται από το Parcours du Combattant του Georges Hébert. O Hubert Koundé πήρε τη λέξη "parcours", αντικατέστησε το γράμμα "c" με "k" για να δείξει ότι πρόκειται για hardcore δραστηριότητα, και αφαίρεσε το άηχο "s" από το τέλος, γιατί αντέκρουε τη φιλοσοφία του Parkour περί κατανάλωσης ελάχιστης δυνατής ενέργειας.